φουλάρι

φουλάρι
το фуляр (шёлковая ткань)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "φουλάρι" в других словарях:

  • φουλάρι — το, Ν ελαφρό μακρόστενο μαντίλι τού λαιμού, συνήθως μεταξωτό. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. foulard < προβηγκιακό foulat «είδος υφάσματος»] …   Dictionary of Greek

  • φουλάρι — το (λ. γαλλ.), είδος μαντιλιού, εσάρπας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»